Παράγοντας κινδύνου για διαβήτη η έλλειψη της βιταμίνης D

Τα τελευταία χρόνια, μελέτες έχουν αναδείξει το σημαντικό ρόλο της βιταμίνης D στην πρόληψη πολλών και διαφορετικών μεταξύ τους παθήσεων- ανάμεσά τους και του διαβήτη. Όπως  χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ενδοκρινολόγος Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κ. Δημήτριος Κιόρτσης, η επάρκεια της βιταμίνης μπορεί όχι μόνο να φρενάρει έναν προδιαβήτη από το να εξελιχθεί σε διαβήτη, αλλά μπορεί να συμβάλει και στη διατήρηση της ευγλυκαιμίας στα άτομα που έχουν ήδη διαγνωστεί με σακχαρώδη διαβήτη. Ωστόσο, στη χώρα μας, βιώνουμε το λεγόμενο “μεσογειακό παράδοξο”- μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει  ανεπάρκεια της βιταμίνης, παρά το γεγονός ότι η χώρα μας “λούζεται” από ήλιο τις περισσότερες μέρες του χρόνου.

Ποιος είναι ο ρόλος της βιταμίνης D στην πρόληψη του διαβήτη;

Πολλές παθήσεις πλέον έχουν συσχετιστεί  με τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D και μία από αυτές είναι και ο προδιαβήτης, το μεταβολικό σύνδρομο και ο σακχαρώδης διαβήτης.  Πλέον γνωρίζουμε ότι τα άτομα με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν στο μέλλον σακχαρώδη διαβήτη, σε σχέση με τα άτομα που έχουν κανονικά επίπεδα βιταμίνης D.

Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ο πληθυσμός έχει τόσο χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D;

Yπάρχουν στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι στην Ελλάδα και στις μεσογειακές χώρες που είναι ηλιόλουστες υπάρχει μια επιδημία ανεπάρκειας βιταμίνης D, μεγαλύτερη σε σχέση με τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης και ακόμη περισσότερο με τις χώρες της Βορείου Ευρώπης –παρά το γεγονός ότι οι χώρες αυτές έχουν μικρότερη ηλιοφάνεια. 

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένο γιατί έχουμε αυτήν την αντίστροφη σχέση, ενώ γνωρίζουμε ότι η έκθεση στον ήλιο οδηγεί σε αύξηση των επιπέδων της βιταμίνης D.

Ένας από τους λόγους θα μπορούσε να είναι ότι στις νότιες χώρες, επειδή έχουμε άπλετο ήλιο, γενικά τον αποφεύγουμε. Το δεύτερο και σημαντικότερο όμως, είναι η ευρεία χρήση αντηλιακών, ειδικά με μεγάλο δείκτη προστασίας. Έχει βρεθεί ότι τα αντηλιακά που έχουν δείκτη προστασίας πάνω από 10 οδηγούν σε μείωση της παραγωγής βιταμίνης D κατά 90%.

Ένας τρίτος λόγος είναι ότι στις βόρειες χώρες χρησιμοποιούνται ευρέως τα συμπληρώματα βιταμίνης D, ενώ υπάρχουν και πάρα πολλά τρόφιμα που είναι εμπλουτισμένα με τη βιταμίνη.

Θα πρέπει όλοι να εξεταζόμαστε για να δούμε τι επίπεδα βιταμίνης D έχουμε;

Η αλήθεια είναι ότι μια γενίκευση του ελέγχου στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού θα είχε πολύ υψηλό κόστος. Σύμφωνα με τις οδηγίες, πρέπει να εξετάζονται οι άνθρωποι που είναι υψηλού κινδύνου για χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D ή που έχουν αυξημένο κίνδυνο για παθήσεις που συσχετίζονται με χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης.

Επίσης, χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D έχουν και πολλοί παχύσαρκοι, παρά το γεγονός ότι εκτίθενται στον ήλιο ή μπορεί να λαμβάνουν συμπληρώματα. Αυτό συμβαίνει επειδή η βιταμίνη D είναι λιποδιαλυτή και πηγαίνει στο λιπώδη ιστό. Έτσι, ένα παχύσαρκο άτομο μπορεί να έχει αρκετή βιταμίνη D στο σώμα του, στα λιποκύτταρά του, αλλά όχι στο αίμα του. Συνεπώς, δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει. Σε έναν παχύσαρκο. επομένως, ίσως είναι ακόμη πιο δόκιμο να μετρήσουμε τη βιταμίνη D.

Ποιοι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο;

Οι τρόφιμοι γηροκομείων, οι άνθρωποι που κάνουν δουλειές που απαιτούν να παραμένουν πολλές ώρες μέσα σε κλειστούς χώρους και δε βγαίνουν πολύ στον ήλιο.  Ωστόσο, ακόμη και σε άτομα που εκτίθενται στον ήλιο έχουμε παρατηρήσει ότι για διάφορους λόγους (ανάμεσά τους και γενετικούς) έχουν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D.

Θα μπορούσε δηλαδή στους μεσογειακούς λαούς να υπάρχει κάποιος γενετικός παράγοντας που οδηγεί σε χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D;

Σε μερικούς ανθρώπους- και αυτό ισχύει κυρίως στους ηλικιωμένους –έχει φανεί ότι ακόμη και όταν εκτίθενται αρκετά στον ήλιο, το δέρμα τους δεν μπορεί να συνθέσει με την υπεριώδη ακτινοβολία ικανοποιητικά ποσά βιταμίνης D.

Εκτός από την ηλικία, μπορεί να υπάρχει και κάποια προδιάθεση για αυτό το φαινόμενο. Επιπλέον, κάποια φάρμακα οδηγούν σε χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D. Παίζει επίσης ρόλο και το χρώμα του δέρματος- οι άνθρωποι που έχουν πιο σκούρο δέρμα έχουν χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D.

Mε ποια νοσήματα έχουν συσχετιστεί τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D;

Τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D φαίνεται ότι συσχετίζονται με πάρα πολλά νοσήματα: πολλές μορφές καρκίνου, αθηροσκλήρωση και καρδιαγγειακά νοσήματα, σακχαρώδη διαβήτη, πολλές πνευμονοπάθειες και πολλές νευρολογικές παθήσεις, όπως η άνοια, ακόμη και η κατάθλιψη.

Η βιταμίνη D εκτός από την πρόληψη του διαβήτη μπορεί να οδηγήσει και σε βελτίωση της διαχείρισής του;

Πέρα από το γεγονός ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D προδιαθέτουν στην έλευση -στο μέλλον- σακχαρώδη διαβήτη, τα άτομα με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D έχουν και χειρότερη γλυκαιμική ρύθμιση, δηλαδή υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης, τόσο νηστείας, όσο και μεταγευματικά. Φαίνεται δηλαδή ότι με ορισμένους μηχανισμούς η βιταμίνη D ευοδώνει τον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο, άρα την καλύτερη ρύθμιση του διαβήτη.

Έχουμε καταλάβει γιατί συμβαίνει αυτό;

Δεν έχουν ξεκαθαρίσει πλήρως όλοι οι μηχανισμοί. Έχουμε όμως κάποια πρόδρομα στοιχεία που δείχνουν ότι τα ικανοποιητικά επίπεδα της βιταμίνης D βοηθούν στην καλύτερη λειτουργία των β-κυττάρων που παράγουν την ινσουλίνη. Επίσης, έχει φανεί ότι η βιταμίνη D ευοδώνει τη δράση της ινσουλίνης στους διάφορους ιστούς, άρα μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη, που είναι μια βασική διαταραχή στο σακχαρώδη διαβήτη.

Η βιταμίνη D πώς μπορεί να προστεθεί στην αγωγή ενός ατόμου με διαβήτη;

Αν υπάρχει διαπιστωμένη έλλειψη, η προσθήκη της θα γίνει από τον ειδικό γιατρό που ξέρει να χειριστεί και τη βιταμίνη D και την αντιδιαβητική αγωγή. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει καμία επιστημονική τεκμηρίωση ότι άτομα που έχουν ικανοποιητικά επίπεδα βιταμίνης D και έχουν σακχαρώδη διαβήτη θα μπορούσαν να ωφεληθούν λαμβάνοντας συμπληρωματικά βιταμίνη D. Χρειάζεται στοχευμένη θεραπεία με ικανοποιητικές και σωστές δόσεις βιταμίνης, σε λογικά πλαίσια, χωρίς υπερβολές.

Θα μπορούσε, ενδεχομένως, η βιταμίνη D να βοηθήσει να φρενάρουμε έναν προδιαβήτη, ώστε να μην εξελιχθεί σε διαβήτη;

Ισχύει ο κανόνας ότι ένα άτομο με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D και προδιαβήτη ή μεταβολικό σύνδρομο θα περάσει πιο εύκολα στο επόμενο στάδιο που είναι ο διαβήτης, σε σχέση με τα άτομα που έχουν φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης D. Άρα, είναι λογικό να υποθέσει κανείς, ότι η χορήγηση βιταμίνης D σε τέτοια άτομα θα μπορούσε να φρενάρει το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.  Η λογική χρήση συμπληρωμάτων βιταμίνης D σε τέτοια άτομα, πάντα σε συνδυασμό με τα κατάλληλα υγιεινοδιαιτητικά μέτρα, δηλαδή δίαιτα και άσκηση, μπορούν να συμβάλουν ώστε το άτομο να μη φτάσει στο στάδιο του διαβήτη.

Για το διαβήτη τύπου 1, τι στοιχεία έχουμε; Θα μπορούσε π.χ. η χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης D στην εγκυμοσύνη ή στην παιδική ηλικία να αποτρέψει την εμφάνιση διαβήτη τύπου 1;

Τα δεδομένα είναι πολύ λίγα, χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για αυτό.  Άρα, δεν υπάρχει τέτοια σύσταση – τουλάχιστον για το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

Στην εγκυμοσύνη και στη βρεφική ηλικία, η χορήγηση βιταμίνης D έχει να κάνει με την καλύτερη αφομοίωση του ασβεστίου που λαμβάνει η μητέρα και κατ’ επέκταση το έμβρυο/βρέφος για τη σκελετική του υγεία. 

Υπάρχουν στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι η λήψη βιταμίνης D από γυναίκες με χαμηλά επίπεδα κατά την εγκυμοσύνη, τους εξασφάλισε εκτός από καλύτερη σκελετική υγεία (για αυτές και τα παιδιά που γέννησαν), βελτίωση και ορισμένων άλλων παθήσεων, κυρίως πνευμονολογικών στα νεογνά.

Πώς μπορούμε να διορθώσουμε την ανεπάρκεια της βιταμίνης D;

Κατ΄ αρχήν πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει ανεπάρκεια. Τα επίπεδα της βιταμίνης D ποικίλλουν ανάλογα με την εποχή. Το να βρούμε, δηλαδή, οριακά χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στο τέλος της άνοιξης, που συνήθως δεν εκτιθέμεθα στον ήλιο λόγω κλιματολογικών συνθηκών, δεν σημαίνει ότι είναι υπαρκτή η ανεπάρκεια- το καλοκαίρι μπορεί να διορθωθεί.

Όπως επίσης, το να βρούμε σχετικά καλά επίπεδα βιταμίνης D στα μέσα ή στο τέλος του φθινοπώρου που έχει μεσολαβήσει το καλοκαίρι και έχουμε εκτεθεί αρκετά στον ήλιο δεν είναι απόλυτο στοιχείο για τεκμηρίωση ικανοποιητικών επιπέδων βιταμίνης D .

Πολλές φορές μία μέτρηση δεν είναι αρκετή (εκτός αν είναι πολύ ακραία η τιμή) για να τεκμηριώσουμε έλλειψη ή ανεπάρκεια.

Αν είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει έλλειψη ή ανεπάρκεια βιταμίνης D, η καλύτερη λύση είναι η χορήγηση συμπληρωμάτων σε λογικές δόσεις –οι υπερβολικές δόσεις δεν φαίνεται να έχουν κάποιο όφελος.


Γράφει...


ΚΙΟΡΤΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ενδοκρινολόγος-Διαβητολόγος, Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Θέλετε να λαμβάνετε ενημερώσεις σχετικά με τις δράσεις μας;

Εγγραφείτε στο Newsletter μας

Η KartaDiaviti.gr χρησιμοποιεί cookies
Τα cookies μάς βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Με τη χρήση των υπηρεσιών μας, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies.
x